στο λεξικό PONS
I. στριφογυρί|ζω <-σα> [strifɔjiˈrizɔ] VERB αμετάβ
1. στριφογυρίζω (περιστρέφομαι):
- στριφογυρίζω
- sich drehen
2. στριφογυρίζω (στο κρεβάτι):
- στριφογυρίζω
- sich hin und her wälzen
3. στριφογυρίζω (πηγαίνω εδώ κι εκεί):
- στριφογυρίζω
- hin und her gehen
II. στριφογυρί|ζω <-σα> [strifɔjiˈrizɔ] VERB μεταβ
- στριφογυρίζω
- drehen
- στριφογυρίζω ένα σπίτι
- um ein Haus herumstreichen
- στριφογυρίζω κάτι στο μυαλό μου
- ständig über etw αιτ nachdenken
- τα στριφογυρίζω
- Ausflüchte machen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τα στριφογυρίζω
- Ausflüchte machen
- στριφογυρίζω ένα σπίτι
- um ein Haus herumstreichen
- στριφογυρίζω κάτι στο μυαλό μου
- ständig über etw αιτ nachdenken
Αναζήτηση στο λεξικό
- στρίγκλα
- στριγκλιά
- στριγκλίζω
- στρίγκλος
- στριμμένος
- στριφογυρίζω
- στριφτός
- στρίφωμα
- στριφώνω
- στρίψιμο
- στροβιλίζω