στο λεξικό PONS
ειλικριν|ής <-ής, -ές> [ilikriˈnis] ΕΠΊΘ
- ειλικρινής
- ehrlich, aufrichtig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δεν είναι ειλικρινής - σωστά!
- er/sie ist nicht ehrlich - das stimmt!
- είναι κακό να μην είσαι ειλικρινής
- es ist nicht gut, unehrlich zu sein