στο λεξικό PONS
φω|ς <-τός> [fɔs] SUBST ουδ
1. φως ΦΥΣ (λάμπα):
- φως
- Licht ουδ
- δίνω πράσινο φως σε κάτι/κάποιον
- einer Sache/jdm grünes Licht geben
- είναι φως φανάρι
- es ist sonnenklar
- (αρχίζω να) βλέπω (πάλι) φως μτφ
- Licht am Ende des Tunnels sehen
- βλέπω το φως του κόσμου
- das Licht der Welt erblicken
- φέρνω κάτι στο φως
- etw ans Licht bringen
- έρχομαι στο φως
- ans Licht kommen
- ρίχνω φως σε κάτι
- Licht in etw αιτ bringen
- αλλάζω τα φώτα σε κάποιον οικ
- jdm ganz schön zu schaffen machen
- γεννηθήτω φως!
- es werde Licht!
- τα φώτα πλ της δημοσιότητας
- das Licht ουδ ενικ der Öffentlichkeit
- βλέπω το φως της δημοσιότητας
- das Licht der Öffentlichkeit erblicken
- υπό το φως της δημοσιότητας
- im Licht der Öffentlichkeit
- ασύμφωνο/σύμφωνο φως ΦΥΣ
- inkohärentes/kohärentes Licht ουδ
- βεγγαλικά φώτα
- bengalisches Feuer ουδ ενικ
- διάχυτο φως
- diffuses Licht ουδ
- φως του ήλιου
- Sonnenlicht ουδ
- ηλιακό φως, φως του ηλίου
- Sonnenlicht ουδ
- φως του φεγγαριού
- Mondschein αρσ
- φως του φεγγαριού
- Mondlicht ουδ
- φως της ημέρας
- Tageslicht ουδ
- φως κεριού
- Kerzenlicht ουδ
- φως λάμπας
- Lampenlicht ουδ
- φως πλοήγησης ΑΕΡΟ, ΝΑΥΣ
- Positionslicht ουδ
- (γραμμικά/κυκλικά) πολωμένο φως ΦΥΣ
- (linear/zirkular) polarisiertes Licht ουδ
- τεχνητό φως
- künstliches Licht ουδ
- υπέρυθρο φως
- Infrarotlicht ουδ
- φώτα ουδ πλ (της τροχαίας)
- Verkehrsampel θηλ ενικ
- φώτα ουδ πλ του αυτοκινήτου (μπροστινά)
- Autoscheinwerfer αρσ πλ
- πίσω φως (οχήματος)
- Rücklicht ουδ
- πίσω φως (οχήματος)
- Heckleuchte θηλ
- φώτα ουδ πλ διασταύρωσης
- Abblendlicht ουδ ενικ
- φώτα ουδ πλ ομίχλης (μπροστινά)
- Nebelscheinwerfer αρσ πλ
- φώτα ουδ πλ ομίχλης (πισινά)
- Nebelschlussleuchten θηλ πλ
- φως της όπισθεν
- Rückfahrscheinwerfer αρσ
- φως (της) πινακίδας
- Nummernschildbeleuchtung θηλ
- φώτα ουδ πλ πορείας
- Fernlicht ουδ ενικ
- φώτα ουδ πλ προσγείωσης
- Landescheinwerfer αρσ πλ
- φώτα ουδ πλ στοπ
- Bremslicht ουδ ενικ
- φώτα ουδ πλ στοπ
- Bremsleuchten θηλ πλ
- φωτάκι ουδ νυκτός (για μωρό)
- Nachtlicht ουδ
- ευαίσθητος στο φως
- lichtempfindlich
2. φως (όραση):
- φως
- Augenlicht ουδ
- χάνω το φως μου
- sein Augenlicht verlieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ηλιακό φως, φως του ηλίου
- Sonnenlicht ουδ
- φως ουδ πλοήγησης
- Positionslicht ουδ
- υπέρυθρο φως
- Infrarotlicht ουδ
- διάχυτο φως
- diffuses Licht ουδ
- ασύμφωνο φως
- inkohärentes Licht ουδ