στο λεξικό PONS
μουρμουρί|ζω <-σα> [murmuˈrizɔ] VERB αμετάβ
1. μουρμουρίζω (λέω κάτι):
- μουρμουρίζω
- murmeln
2. μουρμουρίζω (γκρινιάζω):
- μουρμουρίζω
- murren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- μουράγιο
- μουράτος
- μούρη
- μουριά
- μουρλαίνω
- μουρμουρίζω
- μουρντάρεμα
- μουρνταρεύω
- μουρντάρης
- μούρο
- μουρούνα