στο λεξικό PONS
μισοκοιμ|άμαι <-ήθηκα, -ισμένος> [misɔciˈmamɛ] VERB αυτοπ ρήμα
- μισοκοιμάμαι
- schlummern
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- μισθωτής
- μισθωτικός
- μισθωτός
- μισό
- μισογεμάτος
- μισοκοιμάμαι
- μισομεθυσμένος
- μισόξενος
- μισοπεθαμένος
- μίσος
- μισός