στο λεξικό PONS
εκπαιδεύ|ω <-σα, -τηκα, -μένος> [ɛkpɛˈðɛvɔ] VERB μεταβ
1. εκπαιδεύω (μορφώνω με διδασκαλία, γυμνάζω):
- εκπαιδεύω
- ausbilden
2. εκπαιδεύω (ανατρέφω):
- εκπαιδεύω
- erziehen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.