στο λεξικό PONS
ματωμέν|ος <-η, -ο> [matɔˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- ματωμένος
- blutig
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- ματς
- μάτσα
- ματσάκι
- ματσαράγκα
- μάτσο
- ματωμένος
- ματώνω
- μαυραγορίτης
- μαυράδι
- μαυριδερός
- μαυρίζω