στο λεξικό PONS
αφοσιωμέν|ος <-η, -ο> [afɔsiɔˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
1. αφοσιωμένος (αφιερωμένος):
- αφοσιωμένος
- hingegeben
2. αφοσιωμένος (ασχολημένος, βυθισμένος):
- ήταν αφοσιωμένος στη δουλειά του
- er war in seine Arbeit vertieft
3. αφοσιωμένος (συναισθηματικά):
- ένας αφοσιωμένος φίλος
- ein anhänglicher Freund
- της είναι πολύ αφοσιωμένος
- er hängt sehr an ihr
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- της είναι πολύ αφοσιωμένος
- er hängt sehr an ihr
- ένας αφοσιωμένος φίλος
- ein anhänglicher Freund
- ήταν αφοσιωμένος στη δουλειά του
- er war in seine Arbeit vertieft
Αναζήτηση στο λεξικό
- αφόρετος
- αφόρητος
- αφορία
- αφορίζω
- αφορισμός
- αφοσιωμένος
- αφοσιώνομαι
- αφοσίωση
- αφότου
- αφού
- αφουγκράζομαι