στο λεξικό PONS
πατέρ|ας <-ες [ή -άδες] > [paˈtɛras] SUBST αρσ και μτφ (δημιουργός)
- πατέρας
- Vater αρσ
- γίνομαι πατέρας
- Vater werden
- χωρίς πατέρα
- vaterlos
- θετός πατέρας
- Adoptivvater αρσ
- πνευματικός πατέρας μτφ
- geistiger Vater αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- θετός πατέρας
- Adoptivvater αρσ
- πνευματικός πατέρας μτφ
- geistiger Vater αρσ
- γίνομαι πατέρας
- Vater werden
- ο δικός σου πατέρας
- dein Vater
- ο γέρος πατέρας μου
- mein alter Vater αρσ