στο λεξικό PONS
αρκτικ|ός1 <-ή, -ό> [arktiˈkɔs] ΕΠΊΘ (αρχικός)
- αρκτικός
- Anfangs-
αρκτικ|ός2 <-ή, -ό> [arktiˈkɔs] ΕΠΊΘ ΓΕΩΓΡ
- αρκτικός
- arktisch
- Αρκτικός Κύκλος
- Nördlicher Polarkreis αρσ
- αρκτική ζώνη
- nördliches Polargebiet ουδ
Αρκτικός Ωκεανός [arktiˈkɔs ɔcɛaˈnɔs] SUBST αρσ
- Αρκτικός Ωκεανός
- Nördliches Eismeer ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- Αρκτικός ωκεανός
- Nordpolarmeer αρσ
- Αρκτικός Κύκλος
- Nördlicher Polarkreis αρσ