στο λεξικό PONS
ηχώ1 <-ς> [iˈxɔ] SUBST θηλ
- ηχώ
- Echo ουδ
- θάλαμος αρσ ηχούς
- Hallraum αρσ
ηχ|ώ2 <-είς, -ησα> [iˈxɔ] VERB αμετάβ
1. ηχώ (βγάζω ήχο: σάλπιγγα κτλ):
- ηχώ
- erklingen
2. ηχώ (ακούγομαι κάπως):
- ηχώ
- klingen
- ηχεί παράξενα (στ' αφτί)
- es klingt seltsam
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.