στο λεξικό PONS
καλπά|ζω <-σα> [kalˈpazɔ] VERB αμετάβ
- καλπάζω
- galoppieren
- καλπάζουσα φαντασία
- blühende Fantasie θηλ
- καλπάζων πληθωρισμός
- galoppierende Inflation θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.