στο λεξικό PONS
δίνω <έδωσα, δόθηκα, δοσμένος> [ˈðinɔ] VERB μεταβ
- δίνω
- geben
- του έδωσε ένα βιβλίο/το χέρι/ένα φιλί/ένα χαστούκι
- sie gab ihm ein Buch/die Hand/einen Kuss/eine Ohrfeige
- δίνω κέρδος
- Gewinn abwerfen
- δίνω εξετάσεις
- eine Prüfung ablegen
- δίνω μια διαταγή
- einen Befehl erteilen
- δίνω προσοχή σε κάτι
- auf etw αιτ Acht geben
- μου έδωσαν να καταλάβω ότι …
- man gab mir zu verstehen, dass …
- μου τη δίνει
- er geht mir auf die Nerven
- αυτό το κουδούνι μου δίνει στα νεύρα
- diese Klingel geht mir auf die Nerven
- πρέπει να του δίνουμε τώρα
- wir müssen jetzt langsam gehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δίνω κέρδος
- Gewinn abwerfen
- δίνω εξετάσεις
- eine Prüfung ablegen
- δίνω καπάρο
- eine Anzahlung machen
- δίνω πάρτι
- eine Party geben
- δίνω πίσω
- zurückgeben