στο λεξικό PONS
μεθυσμέν|ος <-η, -ο> [mɛθizˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
1. μεθυσμένος (από ποτό):
- μεθυσμένος
- betrunken
2. μεθυσμένος μτφ:
- μεθυσμένος
- berauscht
- μεθυσμένος από την επιτυχία
- berauscht vom Erfolg
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μεθυσμένος από την επιτυχία
- berauscht vom Erfolg
- ήταν θυμωμένος/μεθυσμένος για (τα) καλά
- er war richtig wütend/betrunken