στο λεξικό PONS
αηδιά|ζω <-σα, -σμένος> [aiˈðiazɔ] VERB μεταβ
- αηδιάζω κάτι, κάτι με αηδιάζει
- ich ekle mich vor etw δοτ , etw ekelt mich an
- αηδίασα κάτι (αισθάνομαι κορεσμό)
- einer Sache γεν überdrüssig geworden sein
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αηδιάζω κάτι, κάτι με αηδιάζει
- ich ekle mich vor etw δοτ , etw ekelt mich an