στο λεξικό PONS
ολόκληρ|ος <-η, -ο> [ɔˈlɔklirɔs] ΕΠΊΘ
- ολόκληρος
- ganz
- ολόκληρο το σπίτι καιγόταν
- das ganze Haus brannte
- τον περίμενα δυο ολόκληρες ώρες
- ich habe ganze zwei Stunden lang auf ihn gewartet
- εξ ολοκλήρου
- völlig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τρέμω ολόκληρος
- am ganzen Leib zittern