στο λεξικό PONS
- skrupellos
- αδίστακτος
- hemmungslos
- αδίστακτος
- schamlos
- αδίστακτος
- eiskalt
- αδίστακτος
- ruchlos
- αδίστακτος
- kaltblütig
- αδίστακτος, ψυχρός
- gewissenlos
- ασυνείδητος, αδίστακτος
- ungeniert
- αδίστακτος, χωρίς φραγμούς
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- αδικημένος
- αδικία
- άδικο
- άδικος
- αδικώ
- αδίστακτος
- αδίσταχτος
- αδογμάτιστος
- αδοκίμαστος
- αδόκιμος
- άδολος