στο λεξικό PONS
ποτάμι [pɔˈtami] SUBST ουδ
- ποτάμι
- Fluss αρσ
- κάτι τρέχει ποτάμι μτφ
- etw fließt in Strömen
- σιγανό ποτάμι
- unbeschriebenes Blatt ουδ
- τα σιγανά ποτάμια να φοβάσαι παροιμ
- stille Wasser sind tief
ποταμός [pɔtaˈmɔs] SUBST αρσ, ποτάμι [pɔˈtami] SUBST ουδ
- ποταμός
- Fluss αρσ
- Ηριδανός ποταμός ΑΣΤΡΟΝ
- Eridanus αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σιγανό ποτάμι
- unbeschriebenes Blatt ουδ
- κάτι τρέχει ποτάμι μτφ
- etw fließt in Strömen
- κατά το ποτάμι
- zum Fluss hin
- το δάσος απλώνεται ως το ποτάμι
- der Wald erstreckt sich bis zum Fluss