στο λεξικό PONS
αρκετά [arcɛˈta] ΕΠΊΡΡ
1. αρκετά (επαρκώς):
- αρκετά
- genug
- είναι αρκετά καλό (δε χρειάζεται καλύτερο)
- es ist gut genug
- αρκετά, ευχαριστώ
- danke, das reicht
- αρκετά πια!
- genug jetzt!
2. αρκετά (κάμποσο):
- αρκετά
- ziemlich
- είναι αρκετά μεγάλο
- es ist ziemlich groß
- αρκετά καλά
- ziemlich gut
- κοστίζει αρκετά
- es kostet ziemlich viel
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αρκετά καλά
- ziemlich gut
- αρκετά, ευχαριστώ
- danke, das reicht
- αρκετά πια!
- genug jetzt!
- κοστίζει αρκετά
- es kostet ziemlich viel
- 500 ευρώ είναι αρκετά
- 500 Euro sind genug