στο λεξικό PONS
εγγυ|ώμαι [ɛɲɟiˈɔmɛ], εγγυ|ούμαι [ɛɲɟiˈumɛ] <-ήθηκα, -ημένος> VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. εγγυώμαι:
- εγγυώμαι για κάτι
- für etw bürgen
2. εγγυώμαι (εξασφαλίζω):
- εγγυώμαι
- garantieren
- δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι …
- ich kann nicht garantieren, dass …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εγγυώμαι για κάτι
- für etw bürgen