στο λεξικό PONS
λίρα [ˈlira] SUBST θηλ
1. λίρα (κυπριακή):
- λίρα
- Pfund ουδ
- κυπριακή λίρα
- Zypern-Pfund ουδ
2. λίρα (Αγγλίας):
- λίρα
- Pfund ουδ (Sterling)
- 100 λίρες
- 100 Pfund (Sterling)
3. λίρα (Αιγύπτου, Λιβάνου):
- λίρα
- Pfund ουδ
- αιγυπτιακή λίρα
- Ägyptisches Pfund ουδ
- λίρα Λιβάνου
- Libanesisches Pfund ουδ
4. λίρα (Τουρκίας, Ιταλίας, Μάλτας):
- λίρα
- Lira θηλ
- ιταλική/τουρκική λίρα
- Italienische/Türkische Lira θηλ
- λίρα Μάλτας
- Maltesische Lira θηλ
5. λίρα (χρυσό κέρμα):
- λίρα
- Goldmünze θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αιγυπτιακή λίρα
- Ägyptisches Pfund ουδ
- κυπριακή λίρα
- Zypern-Pfund ουδ
- λίρα Λιβάνου
- Libanesisches Pfund ουδ
- λίρα Μάλτας
- Maltesische Lira θηλ
- ιταλική/τουρκική λίρα
- Italienische/Türkische Lira θηλ