στο λεξικό PONS
εναντίον [ɛnanˈdiɔn] PREP +γεν
- εναντίον
- gegen +αιτ
- είναι εναντίον μας
- er ist gegen uns
- στρέφομαι εναντίον κάποιου
- sich gegen jdn wenden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απόπειρα θηλ δολοφονίας εναντίον κάποιου
- Mordanschlag αρσ auf jdn
- υποβάλλω ένσταση εναντίον ενός … γεν
- gegen … αιτ Einspruch einlegen
- κάνω καταγγελία εναντίον κάποιου
- jdn anzeigen/verklagen
- εγείρω αγωγή εναντίον κάποιου
- ein Verfahren gegen jdn einleiten
- δολοφονική απόπειρα εναντίον κάποιου
- Mordanschlag αρσ auf jdn