στο λεξικό PONS
νόμισμα [ˈnɔmizma] SUBST ουδ
1. νόμισμα (συναλλακτικό μέσο):
- νόμισμα
- Währung θηλ
- αποδεκτό νόμισμα
- akzeptiertes Zahlungsmittel ουδ
- αποθεματικό νόμισμα
- Reservewährung θηλ
- ασθενές νόμισμα
- schwache Währung θηλ
- ασθενές νόμισμα
- Schwachwährung θηλ
- εγχώριο νόμισμα
- Inlandswährung θηλ
- εγχώριο νόμισμα
- inländische Währung θηλ
- εθνικό νόμισμα
- Landeswährung θηλ
- ενιαίο νόμισμα
- einheitliche Währung θηλ
- μετατρέψιμο νόμισμα
- konvertierbare Währung θηλ
- νόμιμο νόμισμα
- gesetzliches Zahlungsmittel ουδ
- ξένο νόμισμα
- Fremdwährung θηλ
- σκληρό νόμισμα
- harte Währung θηλ
- αξία θηλ νομίσματος
- Wert αρσ einer Währung
- εσωτερική αξία θηλ νομίσματος
- Binnenwert αρσ einer Währung
- διακυμάνσεις θηλ πλ της αξίας νομίσματος
- Geldwertschwankungen θηλ πλ
- καλάθι ουδ νομισμάτων ΟΙΚΟΝ
- Währungskorb αρσ
2. νόμισμα (κέρμα):
- νόμισμα
- Münze θηλ
- νόμισμα ενός ευρώ
- Ein-Euro-Münze θηλ
- χρυσό νόμισμα
- Goldmünze θηλ
- η άλλη όψη/πλευρά θηλ του νομίσματος μτφ
- die Kehrseite θηλ der Medaille
- φθορά θηλ νομίσματος
- Münzabnutzung θηλ
νόμισμα SUBST
- αναμνηστικό νόμισμα ουδ
- Gedenkmünze θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- νόμισμα ουδ συμψηφισμού
- Abrechnungswährung θηλ
- εγχώριο νόμισμα
- inländische Währung θηλ
- εθνικό νόμισμα
- Landeswährung θηλ
- αποδεκτό νόμισμα
- akzeptiertes Zahlungsmittel ουδ
- αποθεματικό νόμισμα
- Reservewährung θηλ