στο λεξικό PONS
I. τεχνικ|ός <-ή, -ό> [tɛxniˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. τεχνικός ΜΗΧΑΝΙΚΉ:
- τεχνικός
- technisch
2. τεχνικός (της καλλιτεχνίας):
- τεχνικός
- Kunst-, künstlerisch
II. τεχνικ|ός <-ή, -ό> [tɛxniˈkɔs] SUBST mf
- τεχνικός
- Techniker(in) αρσ (θηλ)
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.