στο λεξικό PONS
I. συζητ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [siziˈtɔ] VERB μεταβ (κάποιο θέμα)
- συζητώ
- besprechen
- μην το συζητάς, (δεν έχει νόημα να το συζητάμε)
- es hat keinen Sinn, darüber zu diskutieren
- μην το συζητάς, (δε σου το επιτρέπω)
- das kommt überhaupt nicht in Frage
II. συζητ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [siziˈtɔ] VERB αμετάβ
1. συζητώ (έχω σοβαρή συζήτηση):
- συζητώ για
- diskutieren über +αιτ
2. συζητώ (έχω κουβέντα):
- συζητώ για
- sich unterhalten über +αιτ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.