στο λεξικό PONS
γενναιόδωρ|ος <-η, -ο> [jɛnɛˈɔðɔrɔs] ΕΠΊΘ
- γενναιόδωρος
- großzügig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι υπερβολικά γενναιόδωρος
- er ist in übertriebener Weise großzügig
- φάνηκε πρόθυμος/γενναιόδωρος
- er zeigte sich zuvorkommend/großzügig