στο λεξικό PONS
I. συμβουλ|εύω <-εψα, -εύτηκα> [siɱvuˈlɛvɔ] VERB μεταβ
- συμβουλεύω κάποιον να …
- jdm raten zu …
II. συμβουλεύομαι VERB αποθ ρήμα μεταβ
- συμβουλεύομαι κάποιον
- jdn um Rat fragen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συμβουλεύω κάποιον να …
- jdm raten zu …