στο λεξικό PONS
κακομοίρ|ης <-α, -ικο> [kakɔˈmiris], κακόμοιρ|ος [kaˈkɔmirɔs] <-η, -ο> ΕΠΊΘ (καημένος)
- κακομοίρης
- arm
- ο κακομοίρης δεν μπόρεσε ούτε να …
- der Arme konnte nicht einmal …
- τον κακομοίρη!
- der Arme!, der Ärmste!
- τον κακομοίρη τον Γιάννη!
- der arme Jannis!
- εκεί γίνεται της κακομοίρας
- da ist die Hölle los
- πρόσεχε καλά, κακομοίρη μου! (ως απειλή)
- pass auf, mein Freund!
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.