στο λεξικό PONS
πάτωμα [ˈpatɔma] SUBST ουδ
1. πάτωμα (δωματίου):
- πάτωμα
- Boden αρσ
- πάτωμα
- Fußboden αρσ
2. πάτωμα (όροφος):
- πάτωμα
- Stockwerk ουδ
- πάτωμα
- Etage θηλ
- το σπίτι έχει τρία πατώματα
- das Haus hat drei Stockwerke
- μένει στο τρίτο πάτωμα
- er wohnt im dritten Stock
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καθόταν οκλαδόν στο πάτωμα
- er saß im Schneidersitz auf dem Boden
- μένει στο τρίτο πάτωμα
- er wohnt im dritten Stock
- κάνω το πάτωμα καθρέφτη
- den Boden spiegelglatt bohnern
- το πάτωμα γλιστράει
- der Boden ist rutschig
- στο αποπάνω πάτωμα
- im Stockwerk über uns