στο λεξικό PONS
κατώτερ|ος <-η, -ο> [kaˈtɔtɛrɔs] ΕΠΊΘ
1. κατώτερος (χαμηλότερος):
- κατώτερος
- niedriger
- η τιμή είναι κατώτερη από …
- der Preis ist niedriger als …
2. κατώτερος (σε ποσότητα, αριθμό):
- κατώτερος
- geringer
- ο αριθμός των φοιτητών είναι κατώτερος από …
- die Anzahl der Studenten ist geringer als …
3. κατώτερος (σε αξία):
- είναι κατώτερης ποιότητας
- es ist minderwertig
- νιώθει κατώτερος
- er fühlt sich minderwertig
- νιώθει κατώτερος του αδερφού του
- er fühlt sich seinem Bruder unterlegen
- αυτό είναι κατώτερο της αξιοπρέπειάς μου
- das ist unter meiner Würde
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- νιώθει κατώτερος
- er fühlt sich minderwertig
- νιώθει κατώτερος του αδερφού του
- er fühlt sich seinem Bruder unterlegen
- ο αριθμός των φοιτητών είναι κατώτερος από …
- die Anzahl der Studenten ist geringer als …