στο λεξικό PONS
I. εγκα|θιστώ <-θιστάς, -τάστησα, -ταστάθηκα, -ταστημένος> [ɛŋgaθisˈtɔ] VERB μεταβ
1. εγκαθιστώ (σε κατοικία):
- εγκαθιστώ
- unterbringen
2. εγκαθιστώ (μηχάνημα):
- εγκαθιστώ
- installieren
3. εγκαθιστώ (άτομο: διορίζω):
- εγκαθιστώ
- einsetzen
II. εγκαθίσταμαι o εγκαθιστώμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. εγκαθίσταμαι o εγκαθιστώμαι (σε κάποια πόλη, κάπου για παραθερισμό):
- εγκαθίσταμαι o εγκαθιστώμαι
- sich niederlassen
- εγκαταστάθηκε στο Αμβούργο
- er hat sich in Hamburg niedergelassen
2. εγκαθίσταμαι o εγκαθιστώμαι (σε σπίτι):
- εγκαθίσταμαι σε ένα σπίτι
- in ein Haus einziehen, ein Haus beziehen
- εγκαταστάθηκαν σε νέο σπίτι
- sie haben ein neues Haus bezogen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.