στο λεξικό PONS
I. κακά [kaˈka] SUBST ουδ πλ
1. κακά χυδ:
- κακά
- Kacke θηλ ενικ
2. κακά (στη γλώσσα παιδιών):
- κακά
- Aa ουδ ενικ
- κάνω κακά
- Aa machen
II. κακά [kaˈka] ΕΠΊΡΡ (όχι καλά)
- κακά
- schlecht
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάνω κακά
- Aa machen
- βρίσκομαι σε κακά χάλια
- ganz schlimm dran sein
- κακά τα ψέματα!
- so ist es nun mal!
- αρχίζω καλά/κακά
- einen guten/schlechten Anfang machen
- έχω κακά ξεμπερδέματα με κάποιον
- großen Ärger mit jdm haben