στο λεξικό PONS
ασφαλί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [asfaˈlizɔ] VERB μεταβ
1. ασφαλίζω (προφυλάγω από ενδεχόμενο κίνδυνο):
- ασφαλίζω
- sichern
- ασφαλίζω κάτι από κάτι
- etw gegen etw sichern
2. ασφαλίζω (συνάπτω σύμβαση ασφάλειας):
- ασφαλίζω
- versichern
- ασφαλίζω κάτι κατά της κλοπής
- etw gegen Diebstahl versichern
- ασφαλισμένο ποσό
- Versicherungssumme θηλ
- ανώτατο ασφαλισμένο ποσό
- Höchstversicherungssumme θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ασφαλίζω κάτι από κάτι
- etw gegen etw sichern
- ασφαλίζω κάτι κατά της κλοπής
- etw gegen Diebstahl versichern