στο λεξικό PONS
επαινετικ|ός <-ή, -ό> [ɛpɛnɛtiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- επαινετικός
- lobend, Lob-
- επαινετική κριτική
- lobende Kritik θηλ
- επαινετική κριτική
- lobende Worte ουδ πλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.