στο λεξικό PONS
κοντ|ός1 <-ή, -ό> [kɔnˈdɔs] ΕΠΊΘ
1. κοντός (γενικά):
- κοντός
- kurz
2. κοντός (άνθρωπος):
- κοντός
- klein
κοντός2 [kɔnˈdɔs] SUBST αρσ
- κοντός
- Stab αρσ
- άλμα ουδ επί κοντώ
- Stabhochsprung αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κοντός ψαλμός αλληλούια!
- am besten kurz und bündig!