στο λεξικό PONS
ευνο|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛvnɔˈɔ] VERB μεταβ
1. ευνοώ (για περιστάσεις: εξέλιξη κτλ):
- ευνοώ
- begünstigen
2. ευνοώ (προτιμώ: μαθητή κτλ):
- ευνοώ
- bevorzugen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.