στο λεξικό PONS
πόνος [ˈpɔnɔs] SUBST αρσ
- πόνος
- Schmerz αρσ
- έχω έναν πόνο στο στήθος
- ich habe Schmerzen in der Brust
- σωματικός/ψυχικός πόνος
- körperlicher/seelischer Schmerz αρσ
- πόνος στο στήθος
- Brustschmerzen αρσ πλ
- πόνος στον αυχένα
- Nackenschmerz αρσ
- πόνος στους ώμους
- Schulterschmerz αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πόνος στο στήθος
- Brustschmerzen αρσ πλ
- πόνος στους ώμους
- Schulterschmerz αρσ
- πόνος στον αυχένα
- Nackenschmerz αρσ
- σωματικός/ψυχικός πόνος
- körperlicher/seelischer Schmerz αρσ
- με είχε πιάσει ένας πόνος στο στομάχι
- ich hatte auf einmal Bauchschmerzen