στο λεξικό PONS
απαντ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [apanˈdɔ] VERB μεταβ/αμετάβ
1. απαντώ (συναντώ):
- απαντώ κάποιον
- begegnen jdm
2. απαντώ (δίνω απάντηση):
- απαντώ
- antworten
- απαντώ σε κάτι
- auf etw αιτ antworten, etw beantworten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- απαντώ σε κάτι
- auf etw αιτ antworten, etw beantworten