στο λεξικό PONS
καλύτερ|ος <-η, -ο> [kaˈlitɛrɔs] ΕΠΊΘ
- καλύτερος
- besser(e)
- αυτό το βιβλίο είναι καλύτερο από το άλλο
- dieses Buch ist besser als das andere
- αυτό το βιβλίο είναι το καλύτερο
- dieses Buch ist das beste
- καλύτερος απ' όλους
- allerbeste(r, s)
- στην καλύτερη περίπτωση
- bestenfalls
- το καλύτερο είναι ότι …
- das Beste ist, dass …
- τόσο το καλύτερο
- umso besser
- προς το καλύτερο
- zum Besseren
- το καλύτερο δυνατό
- das Bestmögliche
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κατά την ποιότητα καλύτερος
- hinsichtlich der Qualität besser
- είναι απλούστατα ο καλύτερος
- er ist ganz einfach der Beste
- καλύτερος απ' όλους
- allerbeste(r, s)
- ακόμα καλύτερος, ακόμα πιο καλός
- noch besser
- υποτίθεται ότι είναι ο καλύτερος
- er soll der Beste sein/man nimmt an, dass er der Beste ist
Αναζήτηση στο λεξικό
- καλύβι
- κάλυκας
- κάλυμμα
- καλυπτικότητα
- καλύπτρα
- καλύτερος
- κάλυψη
- καλύψο
- κάλφας
- καλώ
- καλωδιακός