στο λεξικό PONS
πιπέρι [piˈpɛri] SUBST ουδ
- πιπέρι
- Pfeffer αρσ
- μαύρο/άσπρο/κόκκινο/πράσινο πιπέρι
- schwarzer/weißer/roter/grüner Pfeffer αρσ
- αλεσμένο πιπέρι
- gemahlener Pfeffer αρσ
- πιπέρι Καγιέν
- Cayennepfeffer αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αλεσμένο πιπέρι
- gemahlener Pfeffer αρσ
- πιπέρι Καγιέν
- Cayennepfeffer αρσ
- χοντρό πιπέρι
- Pfefferkörner ουδ πλ
- μαύρο/άσπρο/κόκκινο/πράσινο πιπέρι
- schwarzer/weißer/roter/grüner Pfeffer αρσ