στο λεξικό PONS
ταμίας [taˈmias] SUBST mf
- ταμίας
- Kassierer(in) αρσ (θηλ)
- ταμίας τράπεζας
- Bankkassierer(in) αρσ (θηλ)
ταμίας SUBST
- νυχτερινός ταμίας αρσ
- Nachtkassierer αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ταμίας τράπεζας
- Bankkassierer(in) αρσ (θηλ)