στο λεξικό PONS
συμπεριφέρ|ομαι <-θηκα> [simbɛriˈfɛrɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. συμπεριφέρομαι (ενεργώ κάπως):
- συμπεριφέρομαι
- sich verhalten
2. συμπεριφέρομαι (φέρνομαι καλά ή άσχημα):
- συμπεριφέρομαι
- sich benehmen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.