στο λεξικό PONS
κομμάτι [kɔˈmati] SUBST ουδ ΜΟΥΣ
- κομμάτι
- Stück ουδ
- κάνω το κομμάτι μου
- seine Schau/Show abziehen
- κάνω κάτι κομμάτια
- etw zertrümmern
- γίνομαι κομμάτια (βάζο)
- in tausend Stücke zerspringen/gehen
- γίνομαι κομμάτια για κάποιον
- sich für jdn in Stücke reißen lassen
- πληρωμή θηλ με το κομμάτι (μισθός)
- Akkordlohn αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κομμάτι ουδ χοιρινό για ψητό
- Schweinebraten αρσ
- πληρωμή θηλ με το κομμάτι (μισθός)
- Akkordlohn αρσ
- είναι ένα κομμάτι μάλαμα
- er/sie ist ein Juwel
- κάνω το κομμάτι μου
- seine Schau/Show abziehen
- πελεκώ ένα (κομμάτι) ξύλο
- an einem Stück Holz schnitzen