στο λεξικό PONS
ραφή [raˈfi] SUBST θηλ
1. ραφή (ράψιμο):
- ραφή
- Nähen ουδ
2. ραφή (σημείο εφαρμογής):
- ραφή
- Naht θηλ
- χωρίς ραφές
- nahtlos
- ζιγκ-ζαγκ ραφή
- Zickzacknaht θηλ
- λαμδοειδής ραφή ΑΝΑΤ
- Lambdanaht θηλ
- λεπιδοειδής ραφή ΑΝΑΤ
- Schuppennaht θηλ
- στεφανιαία ραφή ΑΝΑΤ
- Kranznaht θηλ
- υπερώια ραφή
- Gaumennaht θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λαμδοειδής ραφή ΑΝΑΤ
- Lambdanaht θηλ
- λεπιδοειδής ραφή ΑΝΑΤ
- Schuppennaht θηλ
- στεφανιαία ραφή ΑΝΑΤ
- Kranznaht θηλ
- υπερώια ραφή
- Gaumennaht θηλ
- ζιγκ-ζαγκ ραφή
- Zickzacknaht θηλ