στο λεξικό PONS
δικηγόρος [ðiciˈɣɔrɔs] SUBST mf, δικηγορίνα [ðiciɣɔˈrina] SUBST θηλ
- δικηγόρος
- Rechtsanwalt αρσ (Rechtsanwältin) θηλ
- δε χρειάζομαι δικηγόρο ειρων
- ich kann mich schon allein verteidigen
- δικηγόρος αρσ αντιδίκου
- Gegenanwalt αρσ
- ειδικευμένος δικηγόρος
- Fachanwalt αρσ
- ασκούμενος δικηγόρος
- Anwaltsassessor αρσ
- αλλαγή θηλ πληρεξούσιου δικηγόρου
- Anwaltswechsel αρσ
- σύμβαση θηλ με δικηγόρο
- Anwaltsvertrag αρσ
- υποχρεωτική σύμπραξη θηλ δικηγόρου
- Anwaltszwang αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δικηγόρος αρσ αντιδίκου
- Gegenanwalt αρσ
- ειδικευμένος δικηγόρος
- Fachanwalt αρσ
- ασκούμενος δικηγόρος
- Anwaltsassessor αρσ
- είναι δικηγόρος το επάγγελμα
- er ist Rechtsanwalt von Beruf
- είναι είτε δικηγόρος είτε δικαστής
- er ist entweder Rechtsanwalt oder Richter