στο λεξικό PONS
δροσερ|ός <-ή, -ό> [ðrɔsɛˈrɔs] ΕΠΊΘ
1. δροσερός (που δροσίζει, φρέσκος):
- δροσερός και μτφ
- frisch
2. δροσερός (ευχάριστα ψυχρός):
- δροσερός
- angenehm kühl
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.