στο λεξικό PONS
διεξ|άγω <-ήγαγα, -άχθηκα, -αγμένος> [ðiɛˈksaɣɔ] VERB μεταβ
- διεξάγω
- durchführen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διεξάγω δημοπρασία
- eine Versteigerung veranstalten
- διεξάγω/κάνω πόλεμο εναντίον κάποιου
- gegen jdn Krieg führen