στο λεξικό PONS
I. σκοτώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [skɔˈtɔnɔ] VERB μεταβ
1. σκοτώνω (θανατώνω):
- σκοτώνω
- töten
- σκοτώνω
- umbringen
- σκοτώνω την ώρα μου
- seine Zeit totschlagen
- σκοτώνω κάποιον στο ξύλο
- jdn grün und blau schlagen
2. σκοτώνω μτφ (κατακουράζω, βασανίζω):
- σκοτώνω
- fertigmachen
II. σκοτώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. σκοτώνομαι (αυτοκτονώ):
- σκοτώνομαι
- sich umbringen
2. σκοτώνομαι (σε δυστύχημα):
- σκοτώνομαι
- umkommen, ums Leben kommen
3. σκοτώνομαι (κατακουράζομαι, προσπαθώ):
- σκοτώνομαι
- sich abmühen
ιδιωτισμοί:
- σκοτώθηκε να μας μιλάει για …
- er konnte gar nicht aufhören, uns von … zu erzählen
- σκοτώνομαι να κάνω κάτι (βάζω μεγάλη προσπάθεια)
- sich halb umbringen, etw zu tun
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σκοτώνω την ώρα μου
- seine Zeit totschlagen
- σκοτώνω κάποιον στο ξύλο
- jdn grün und blau schlagen
- μαυρίζω/σκοτώνω κάποιον στο ξύλο/κάνω κάποιον μαύρο στο ξύλο
- jdn windelweich prügeln