στο λεξικό PONS
χρώμα [ˈxrɔma] SUBST ουδ
1. χρώμα (οπτική εντύπωση, μπογιά):
- χρώμα
- Farbe θηλ
- τι χρώμα έχει το …;
- was für eine Farbe hat das …?
- χάνω το χρώμα μου (άνρωπος)
- blass werden
- έχασε το χρώμα του (πράγμα)
- es ist ausgeblichen
- αλλάζω χρώμα
- die Farbe wechseln
- αλλάζω χρώμα (χλομιάζω)
- ganz bleich werden
- χωρίς χρώμα και μτφ
- farblos
- χρώμα δέρματος (ειδική απόχρωση)
- Hautfarbe θηλ
- χρώμα δέρματος (ειδική απόχρωση)
- Hautton αρσ
- χρώμα του δέρματος (ενός ατόμου)
- Hautfarbe θηλ
- χρώμα του δέρματος (ενός ατόμου)
- Farbe θηλ der Haut
- βασικό χρώμα
- Grundfarbe θηλ
- προτεύον χρώμα
- Primärfarbe θηλ
- δευτερεύον χρώμα
- Farbe θηλ zweiter Ordnung
- χρώμα τρίτης τάξης
- Farbe θηλ dritter Ordnung
- εθνικά χρώματα
- Nationalfarben θηλ πλ
- χρώματα ουδ πλ της ίριδας
- Regenbogenfarben θηλ πλ
- συμπληρωματικό χρώμα ΦΥΣ
- Komplementärfarbe θηλ
- κύκλος αρσ των χρωμάτων
- Farbkreis αρσ
- κώδικας αρσ χρωμάτων
- Farbkode αρσ
- πρόβλημα ουδ των τεσσάρων χρωμάτων ΜΑΘ
- Vierfarbenproblem ουδ
2. χρώμα (προσώπου):
- χρώμα
- Gesichtsfarbe θηλ
3. χρώμα (καλλυντικό):
- χρώμα
- Schminke θηλ
4. χρώμα (συνδυασμός πόκερ):
- χρώμα
- Flush αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χρώμα ουδ πυραζολόνης
- Pyrazolonfarbstoff αρσ
- χρώμα ουδ χρωμίου
- Chromfarbstoff αρσ
- χρώμα ουδ καζεΐνης
- Kaseinfarbe θηλ
- χρώμα ουδ δέρματος
- Hautfarbe θηλ
- χρώμα ουδ κινολίνης
- Chinolinfarbstoff αρσ