στο λεξικό PONS
γοητευτικ|ός <-ή, -ό> [ɣɔitɛftiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- γοητευτικός
- charmant, bezaubernd
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- γνωστοποίηση
- γνωστοποιώ
- γνωστός
- γόβες
- γογγύζω
- γοητευτικός
- γοητεύω
- γόητρο
- Γολγοθάς
- γολέτα
- Γολιάθ